D complex 1000 -Υγιή Οστά

Το D complex 1000 είναι ένα συμπλήρωμα διατροφής που βασίζεται στην βιταμίνη D-3 και στην βιταμίνη Κ-2 (μενακινόνη-7). Η βιταμίνη D είναι μια προ-ορμόνη με σημαντικό ρόλο στον οστικό ιστό. Εκτός από αυτή τη λειτουργία, η βιταμίνη D παρουσιάζει εξωσκελετικές δράσεις που ρυθμίζουν πολυάριθμες φυσιολογικές διεργασίες (ανοσοαπόκριση, καρδιαγγειακή υγεία, αυτοάνοσες ασθένειες και μερικά νεοπλάσματα), παρέχοντας αποτελέσματα σε περιπτώσεις παχυσαρκίας, διαβήτη, κατάθλιψης και γνωσιακής παρακμής. Η βιταμίνη Κ είναι απαραίτητη για την ενεργοποίηση των κ-εξαρτώμενων πρωτεϊνών και εμπλέκονται τόσο στην πήξη του αίματος όσο και στον μεταβολισμό των οστών και στην αναστολή της αρτηριακής ασβεστοποίησης, μια διαδικασία που δείχνει κάποιες ομοιότητες με τον μεταβολισμό των οστών. Η βιταμίνη Κ είναι ένας σημαντικός παράγοντας κατά της οστεοπόρωσης και της παθολογικής ασβεστοποίησης. Η βιταμίνη Κ-2 που περιέχεται σε αυτό το προϊόν προέρχεται από το Natto, ένα παραδοσιακό ιαπωνικό φαγητό που βασίζεται σε σπόρους σόγιας που έχουν υποστεί ζύμωση από το βακτήριο B. subtilis. Αυτές οι δύο βιταμίνες λειτουργούν συμπληρωματικά για να διατηρήσουν τη βέλτιστη κατανομή του ασβεστίου στα οστά και να προάγουν την αγγειακή υγεία.

 

Οστεοπόρωση και κίνδυνος κατάγματος

Η βιταμίνη D είναι υπεύθυνη για την αύξηση της απορρόφησης του εντερικού ασβεστίου. Ο ρόλος της στον οστικό ιστό είναι κρίσιμος, τόσο πολύ ώστε μια παρατεταμένη ανεπάρκεια μπορεί να προκαλέσει συνθήκες αναπηρίας. Η βιταμίνη Κ απαιτείται επίσης για την υγεία των οστών: η ανεπάρκεια της προκαλεί τη μείωση της οστικής πυκνότητας και αυξάνει τον κίνδυνο θραύσης, ως αποτέλεσμα της ανεπαρκούς καρβοξυλίωσης της οστεοκαλσίνης. Επιπλέον, πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι η σύνδεση της βιταμίνης Κ με βιταμίνη D είναι σε θέση να μειώσει περαιτέρω την οστική απώλεια. Η οστεοπόρωση που σχετίζεται με την αρτηριακή ασβεστοποίηση είναι μια κατάσταση που ονομάζεται «παράδοξο ασβεστοποίησης» και παρατηρείται συχνά σε μετά[1]εμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Φαίνεται ότι οι κατάλληλες συγκεντρώσεις βιταμίνης Κ και βιταμίνης D μπορούν να προσφέρουν επιπρόσθετα αποτελέσματα στη βελτίωση της υγείας των οστών. Μια εξαιρετική ανασκόπηση μελετών (Iwamoto et al., 2003) δείχνει ότι η επαρκής πρόσληψη των δύο αυτών βιταμινών είναι σε θέση να αυξήσει την εντερική απορρόφηση του ασβεστίου, να μειώσει τα επίπεδα στον ορό της παραθυρεοειδούς ορμόνης και να ενεργοποιήσει τη σύνθεση της οστεοκαλσίνης. Άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι η βιταμίνη Κ, μέσω δέσμευσης με ασβέστιο, μπορεί να προάγει οστεοτροφικές διεργασίες με επιβράδυνση των οστεοκλαστικών διεργασιών. Σε μια μελέτη, η βιταμίνη Κ-2 συνδυαζόμενη με τη βιταμίνη D-3 και το ασβέστιο, χορηγήθηκε σε 50-60 ετών γυναίκες με εμμηνόπαυση και μείωσαν την απώλεια οστικής μάζας στο μηριαίο μέχρι 40% σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου για μια τριετή περίοδο, η οποία έχει διατηρηθεί με την πάροδο του χρόνου. Αυτά τα τρία θρεπτικά συστατικά έχουν επίσης αποδειχθεί ότι βελτιώνουν την οστική πυκνότητα του δοκιδωτού οστού, υποδεικνύοντας τη χρησιμότητά τους σε οστεοπορωτικούς ασθενείς (Bolton et al., 2007).

 

 Καρδιαγγειακός κίνδυνος

 Η βιταμίνη D ενέχεται στην εμφάνιση ασθενειών που σχετίζονται με καρδιαγγειακό κίνδυνο (υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης, παχυσαρκία, μεταβολικό σύνδρομο). Η ανεπάρκεια της βιταμίνης D σχετίζεται με αυξημένη αρτηριακή δυσκαμψία, αντίσταση στην ροή των αιμοφόρων αγγείων και ενδοθηλιακή δυσλειτουργία στην μεταβίβαση. Κατά Vacek et al. (2011), η αξιολόγηση 10.000 ενηλίκων έδειξε διπλής συχνότητας διαβήτη σε άτομα με ανεπάρκεια βιταμίνης D, 40% για υπέρταση και 30% για καρδιομυοπάθεια σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογικά επίπεδα βιταμίνης D. Ο κίνδυνος θνησιμότητας λόγω καρδιακής ανεπάρκειας και πρόωρης θνησιμότητας εξαιτίας όλων των αιτιών ήταν επίσης μεγαλύτερος στην περίπτωση ανεπάρκειας βιταμίνης D (Liu et al., 2012). Το ίδιο ισχύει και για τη βιταμίνη Κ, κατά Geleijnse et al. (2004) αποδείχτηκε ότι η βιταμίνη Κ-2 σχετίζεται αντιστρόφως με καρδιαγγειακές παθήσεις και θνησιμότητα. Στη μελέτη, μια δεκαετής παρακολούθηση των 4.500 συμμετεχόντων στη Μελέτη του Ρότερνταμ, το υψηλότερο τεταρτημόριο βιταμίνης Κ-2 ήταν 45 mcg / ημέρα. Αυτά τα δεδομένα επιβεβαιώθηκαν από τον Gastet et al. (2009) σε πάνω από 16 χιλιάδες 49-70 ετών άτομα της μελέτης Prospect EPIC. Οι μενακινόνες μακράς αλυσίδας (από το MK-7 επάνω) φαίνεται να έχουν τα μεγαλύτερα καρδιαγγειακά αποτελέσματα, με μείωση κατά 9% του κινδύνου θνησιμότητας για κάθε 10 mcg / ημέρα πρόσθετης πρόσληψης βιταμίνης Κ.

 

Εντερικές φλεγμονώδεις νόσοι

Τα επίπεδα αυτών των δύο βιταμινών είναι χαμηλότερα σε ασθενείς με φλεγμονώδεις εντερικές παθήσεις, ιδιαίτερα εκείνων με τη νόσο του Crohn και την ελκώση κολίτιδα. Ακόμη και τα άτομα με άλλες ασθένειες που επηρεάζουν την απορρόφηση του εντέρου (κυστική ίνωση, γαλακτοζαιμία) κινδυνεύουν να αναπτύξουν ανεπάρκεια βιταμίνης D και Κ.